Ορολογία αναφοράς

Διαγνωστική ορολογία για παγκρεατική FNA χρησιμοποιεί εμπειρικά ένα 5-βαθμών σύστημα που περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες:

  • Αρνητικό για κακοήθη κύτταρα
  • Παρουσία άτυπων κυττάρων
  • Παρουσία ύποπτων κυττάρων
  • Θετικό για κακοήθη κύτταρα
  • Μη-διαγνωστικό δείγμα

Μία αρνητική διάγνωση στα πλαίσια μίας απεικονιστικά εντοπισμένης μάζας υποδηλώνει είτε αποτυχία στη δειγματοληψία της βλάβης είτε την παρουσία μίας καλοήθους διαδικασίας όπως χρόνια παγκρεατίτιδα. Μία ‘άτυπη’ διάγνωση αντανακλά μία ήπιου βαθμού κυτταρολογική ατυπία, συχνά σε κατάσταση φλεγμονής. Αυτή η διάγνωση υποκρύπτει μία μικρή υποψία κακοήθειας. Μία διάγνωση ύποπτων κυττάρων υποδηλώνει μεγάλη υποψία κακοήθειας, αλλά τα κυτταρολογικά χαρακτηριστικά είναι ανεπαρκή για οριστική διάγνωση.

Η μη-διαγνωστική κατηγορία χρησιμοποιείται όταν βλάβη ιστού δεν δειγματολαμβάνεται ή τα κύτταρα επισκιάζονται και δεν αξιολογούνται, συνοδεύεται από μία εξήγηση, όπως «επικαλύπτουσα» φλεγμονή ή αιμορραγία, τεχνούργημα λόγω στεγνώματος στον αέρα (air-drying artefact), ή  ανεπαρκή κυτταρικότητα. Παρόλο που δεν υπάρχουν κριτήρια επάρκειας για παγκρεατική FNA, μία μη-διαγνωστική κατηγορία λόγω απουσίας επιθηλιακών κυττάρων ενδέχεται να είναι επίσης κατάλληλη σε περιπτώσεις κύστεων και ψευδοκύστεων. Όταν τα απεικονιστικά και κυτταρολογικά χαρακτηριστικά υποδηλώνουν είτε ένα βλεννώδες κυστικό νεόπλασμα είτε ένα ενδοπορικό θηλώδες βλεννώδες νεόπλασμα, χωρίς ξεκάθαρα χαρακτηριστικά κακοήθειας, η πιο κατάλληλη διάγνωση είναι ‘συμβατή με ένα βλεννώδες κυστικό (ή ένα ενδοπορικό θηλώδες βλεννώδες) νεόπλασμα’.

Όλα τα κυτταρολογικά δείγματα περιγράφονται μικροσκοπικά και εντάσσονται σε μία από τις 5 κατηγορίες (C1-C5) με παρόμοιο τρόπο με αυτόν που γίνεται σε άλλα ιδρύματα και άλλες ανατομικές θέσεις όπου εμπλέκονται διαγνωστικές κυτταρολογικές εκθέσεις 10,11: C1, μη-διαγνωστικό; C2, αρνητικό; C3, άτυπο; C4, ύποπτο; C5.  Η C1, μη-διαγνωστική κατηγορία χρησιμοποιείται ΄όταν είναι ξεκάθαρο ότι η ιστική βλάβη δεν ελήφθη και/ή δεν υπάρχει επαρκής κυτταρικότητα συνολικά.  Υλικό που είναι μη κατάλληλο για αξιολόγηση όπως, όταν κύτταρα επισκιάζονται από αιμορραγικά στοιχεία ή φλεγμονή ή κύτταρα που έχουν φτωχά διατηρηθεί αποκλείοντας περαιτέρω αξιολόγηση, μπορεί επίσης να ερμηνευθεί ως μη-διαγνωστικό.  Η αρνητική κατηγορία (C2) υποδηλώνει μία καλοήθη διαδικασία; ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει η πιθανότητα για μία κακοήθεια που δεν έχει δειγματοληφθεί.  Η C3,  άτυπη κατηγορία χρησιμοποιείται όταν ο βαθμός κυτταρολογικής και/ή αρχιτεκτονικής ατυπίας είναι ήπιος, συχνά σε περιπτώσεις φλεγμονής, προγενέστερης επεμβατικότητας του πόρου, ή ελάχιστης κυτταρικότητας. Όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως, χρησιμοποιείται επίσης και για εκείνες τις κυστικές αλλοιώσεις όπου η κακοήθεια δεν μπορεί να αποκλειστεί μόνον με κυτταρολογία. Αυτό εμπεριέχει μικρή υποψία κακοήθειας, καθώς η κακοήθεια δεν μπορεί να αποκλειστεί τελείως. Η C4 κατηγορία υποδηλώνει μία μεγάλη πιθανότητα για κακοήθεια, αλλά ο βαθμός κυτταρολογικής ατυπίας είναι ποσοτικά ή ποιοτικά ανεπαρκής για ξεκάθαρη διάγνωση κακοήθειας, μία καλοήθης αντιδραστική διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί τελείως.  Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα από κάθε κατηγορία απεικονίζονται στο Σχήμα 2.  Το 2011, 114 παγκρεατικά FNA δείγματα εξετάστηκαν από το Imperial College με την ακόλουθη κατανομή: C1, (17.5%); C2, 27 (23.7%); C3, 20 (17.5%); C4, 7 (6.1%); C5, 40 (35.1%). Τα περιστατικά επίσης ελήφθησαν από άλλα νοσοκομεία τα οποία δεν είχαν πρόσβαση σε άμεση αξιολόγηση  των δειγμάτων. Το ίδιο έτος 115 περιστατικά ψηκτρισμού χοληφόρων εξετάστηκαν με την ακόλουθη κατανομή: C1, 3 (2.6%); C2, 75 (65.2%); C3, 16 (13.9%); C4, 13 (11.3%); C5=8 (7%).  Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν μία μεγαλύτερη πιθανότητα για καρκίνο σε παγκρεατικά FNAs σε σύγκριση με ψηκτρισμούς χοληφόρων και μία μεγαλύτερη πιθανότητα για διαγνωστική παρά ύποπτη κυτταρολογία. Το ποσοστό που αναφέρθηκε ως C3 ήταν παρόμοιο, αλλά τα αίτια για αυτήν την κατηγορία είναι διαφορετικά:  οι ψηκτισμοί είναι πιο πιθανό να είναι μη-ειδικοί ‘άτυποι’ ενώ παγκρεατικά FNAs διαγνωσμένα ως C3 ενδέχεται να αντιπροσωπεύουν ειδικές χαμηλού-βαθμού νεοπλασματικές αλλοιώσεις.

Παραδείγματα κυτταρολογικών κατηγοριών C2-5. (a) Μία Ψευδοκύστη με χρωστική χολής, κρυστάλλους, πολυπύρηνα ιστιοκύτταρα και κυτταρικά υπολείμματα, δεν παρατηρήθηκαν επιθηλιακά κύτταρα (C2) (b) Κύτταρα πόρων με υπόβαθρο βλέννας (C2). (c, d) Παπανικολάου- (c) και May-Grünwald Giemsa (MGG)-χρώσεις (d) αντικειμενοφόρες πλάκες,  με λωρίδες κυττάρων πόρων και βλέννα σε μια περίπτωση χειρουργικά αποδεδειγμένου ενδοπορικού θηλώδους βλεννώδους νεοπλάσματος (C3). (e) Συνεκτικές ομάδες επιθηλιακών κυλινδρικών κυττάρων με ήπια συσσώρευση και ελάχιστη μόνο πυρηνική ατυπία (C4). (f) Ομάδες συνεκτικών αλλά πιο πλειόμορφων επιθηλιακών κυττάρων με προέχοντα πυρήνια σε ένα υπόβαθρο οξείας φλεγμονής (C4). Και οι δύο περιπτώσεις αποδείχθηκε ότι είναι πορογενή αδενοκαρκινώματα χαμηλού βαθμού. (g, h) Παπανικολάου- (g) και MGG-χρώσεις (h), αντικειμενοφόρες πλάκες με σημαντικά άτυπα και βλεννο-εκκριτικά κύτταρα σε συμπαγείς ομάδες και μονήρη διάσπαρτα κύτταρα με χαρακτηριστικά δίκην σφραγιστήρος δακτυλίου (C5).

 

a) Μία Ψευδοκύστη με χρωστική χολής, κρυστάλλους, πολυπύρηνα ιστιοκύτταρα και κυτταρικά υπολείμματα, δεν παρατηρήθηκαν επιθηλιακά κύτταρα (C2)
b) Κύτταρα πόρων με υπόβαθρο βλέννας (C2)
c) Χρώσεις κατά Παπανικολάου και May-Grünwald Giemsa (MGG)
d) Αντικειμενοφόρες πλάκες με χρώση Παπανικολάου,  με λωρίδες κυττάρων πόρων και βλέννα σε μια περίπτωση χειρουργικά αποδεδειγμένου ενδοπορικού θηλώδους βλεννώδους νεοπλάσματος 
e) Συνεκτικές ομάδες επιθηλιακών κυλινδρικών κυττάρων με ήπια συσσώρευση και ελάχιστη μόνο πυρηνική ατυπία (C4)
f) Ομάδες συνεκτικών αλλά πιο πλειόμορφων επιθηλιακών κυττάρων με προέχοντα πυρήνια σε ένα υπόβαθρο οξείας φλεγμονής (C4). Και οι δύο περιπτώσεις αποδείχθηκε ότι είναι πορογενή αδενοκαρκινώματα χαμηλού βαθμού
g) Χρώσεις κατά Παπανικολάου και May-Grünwald Giemsa
h) Αντικειμενοφόρες πλάκες με χρώση κατά Παπανικολάου, με σημαντικά άτυπα και βλεννο-εκκριτικά κύτταρα σε συμπαγείς ομάδες και μονήρη διάσπαρτα κύτταρα με χαρακτηριστικά δίκην σφραγιστήρος δακτυλίου (C5)

 

Η προτεινόμενη ορολογία από την Papanicolaou Society (ref) αποτελείται από  6 κατηγορίες (Πίνακας 2). Νέα και λιγάκι αντιφατική είναι η κατηγορία “Νεοπλασματικό” που διαιρείται σε σαφώς “καλοήθη” νεοπλάσματα και “λοιπά” νεοπλάσματα. Οι διαγνωστικές κατηγορίες δεν χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν, αλλά κάποια πληροφορικά συστήματα σε Κυτταρολογικά Εργαστήρια τις απαιτούν, και τέτοιος διαχωρισμός ενδέχεται να βοηθήσει στην κλινική έρευνα.

I. Μη διαγνωστικό                  

II. Αρνητικό (για κακοήθεια)

III. Άτυπο

IV. Νεοπλασματικό:

Καλόηθες

Λοιπά

V. Ύποπτο (για κακοήθεια)

VI. Θετικό/Κακόηθες

 

 

 

 

X