Αναρρόφηση δια λεπτής βελόνης (FNA)

Η FNA χρησιμοποιείται ευρέως για την αξιολόγηση ψηλαφητών αλλοιώσεων ή εκείνων που ανιχνεύονται απεικονιστικά (υπέρηχος και/ή μαστογραφία). FNA και βιοψίες ιστικού κυλίνδρου (core biopsies) προσφέρουν πρώιμη ανίχνευση κακοηθειών χωρίς τη διεξαγωγή ανοικτών χειρουργικών βιοψιών.

Η FNA πραγματοποιείται με τη χρήση μίας βελόνας 23-25 gauge με μία σύριγγα 10 mL. Τοπικό αναισθητικό συνήθως δεν χρησιμοποιείται επειδή το προκαλούμενο πρήξιμο ενδέχεται να  επισκιάσει την τελική πορολοβιακή μονάδα. Η χρήση «πιστολιού» δεν προτείνεται. Επειδή πολλές αλλοιώσεις μαστού είναι πυκνά ινώδεις, μία μεγαλύτερη βελόνα (22 G) μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

Η δειγματοληψία πρέπει να γίνεται στο κέντρο, και όχι στην περιφέρεια της μάζας. Κυτταρολογική δειγματοληψία μπορεί να διεκπεραιώνεται με χρήση μεθοδολογίας αναρρόφησης και μη αναρρόφησης. Εάν χρησιμοποιείται αναρρόφηση, η βελόνα τοποθετείται στο κέντρο της βλάβης, ασκείται αναρρόφηση μέσω της σύριγγας. Η αναρρόφηση θα πρέπει να ολοκληρώνεται όταν αίμα ή άλλο υλικό πρωτοεμφανίζεται στην άκρη της βελόνας, η οποία και απομακρύνεται από τη βλάβη με απελευθέρωση του κενού, με σκοπό να αποφευχθεί η αναρρόφηση των κυττάρων εντός της σύριγγας (αντί να παραμένει μέσα στη βελόνα). Σε περίπτωση που γίνεται λήψη κάποιου υγρού από κύστη, αρνητική πίεση θα πρέπει να διατηρείται μέχρις ότου η κύστη αδειάσει πλήρως, και εάν υπάρχει υπολειπόμενη ψηλαφητή μάζα, θα πρέπει να επαναρροφείται.

Εάν δεν χρησιμοποιείται η αναρρόφηση,  κανονικές, πολυκατευθυνόμενες, πάνω-κάτω κινήσεις θα πρέπει να εκτελούνται μέχρις ότου εμφανιστεί κυτταρικό υλικό στη βελόνα. Η τεχνική μη-αναρρόφησης είναι λιγότερο βλαπτική για τα κύτταρα και στερείται αίματος. Επιπρόσθετα, μεμονωμένα κύτταρα επιστρώνονται ευκολότερα σε αντικειμενοφόρο πλάκα συγκριτικά με το υλικό αναρρόφησης το οποίο είναι πλουσιότερο σε τρισδιάστατες κυτταρικές ομάδες.

Η βελόνα τότε απομακρύνεται από τη σύριγγα, η σύριγγα γεμίζει με αέρα και έπειτα από επανατοποθέτηση της βελόνας, το έμβολο της σύριγγας πιέζεται, μία μικρή σταγόνα από το αναρροφημένο υλικό τοποθετείται σε κάθε αντικειμενοφόρο πλάκα και τα επιχρίσματα προετοιμάζονται. Η βελόνα θα πρέπει να πλένεται με ένα διάλυμα συντήρησης για cell block ή διάλυμα κυτταρολογίας υγρής φάσης, έτσι ώστε να ληφθεί όσο το δυνατόν περισσότερο υλικό. Η ακρίβεια των διαλυμάτων κυτταρολογίας υγρής φάσης είναι συγκρίσιμη με εκείνη από τα απευθείας επιχρίσματα, παρόλο που η κυτταρολογική εμφάνιση είναι ελαφρώς διαφορετική. Επιπλοκές από FNA είναι σπάνιες. Η πιο συχνή είναι η αιμορραγία.

Η ακρίβεια του FNA εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον δειγματολήπτη. Η ευαισθησία για κακοήθεια είναι υψηλή. Ψευδώς θετικά είναι ασυνήθη, ενώ ψευδώς αρνητικά μπορεί να συμβούν λόγω σφαλμάτων στη δειγματοληψία ή ερμηνεία. Ικανοποιητικά δείγματα είναι πιο συχνά όταν η FNA διεκπεραιώνεται από Ιατρό Κυτταρολόγο.
Η FNA έχει κάποιους περιορισμούς. Παρότι είναι ευαίσθητη στην ανίχνευση πορογενών καρκινωμάτων, δεν μπορεί να διακρίνει ένα διηθητικό πορογενές καρκίνωμα από ένα πορογενές καρκίνωμα in situ. Δεν μπορεί να αναγνωρίσει λεμφική ή αγγειακή διήθηση. Η διάγνωση κάποιων κακοήθων όγκων, όπως λοβιακό καρκίνωμα ή σωληνώδες καρκίνωμα, προϋποθέτει μεγάλη εμπειρία. Αναρρόφηση μίας κύστης μαστού είναι σίγουρα θεραπευτική, αλλά το κατά πόσο το κυστικό υγρό χρειάζεται κυτταρολογική εξέταση είναι αμφιλεγόμενο. Η μεγάλη πλειοψηφία εξ αυτών είναι καλοήθεις, ωστόσο, ένας μικρός αριθμός καρκινωμάτων είναι κυστικά.

Αξιολόγηση των δειγμάτων FNA

Αξιολόγηση σε μικρή μεγέθυνση

  • Κυτταροβρίθεια
  • Διάταξη κυττάρων
  • Στοιχεία υποβάθρου

Η κυτταροβρίθεια είναι σημαντική, παρόλο που υπάρχει μία σημαντική αλληλοεπικάλυψη μεταξύ των κατηγοριών. Υποκυτταρικές αναρροφήσεις συχνά λαμβάνονται από ινοαδένωμα, ινοκυστικές αλλοιώσεις, λιπονέκρωση, αλλοιώσεις από ακτινοβολία και καρκίνωμα (κυρίως σκιρρώδεις, σωληνώδεις και λοβιακοί τύποι). Αναρροφήσεις με μέτρια κυτταροβρίθεια παρατηρούνται σε ινοαδένωμα, φυλλοειδείς όγκους, ινοκυστικές αλλοιώσεις και καρκίνωμα. Υπερκυτταρικές αναρροφήσεις είναι συχνές σε κάποια ινοαδενώματα, φυλλοειδείς όγκους και διηθητικό καρκίνωμα.
Τα κύτταρα μπορεί να είναι διατεταγμένα σε λωρίδες (όπως στο ινοαδένωμα, ινοκυστικές αλλοιώσεις, ή λοβιακό καρκίνωμα in situ), συνεκτικές τρισδιάστατες συγκεντρώσεις ή ομάδες (ινοαδένωμα, φυλλοειδής όγκος, ενδοπορικό θήλωμα και υπερπλασία, λοβιακό και πορογενές καρκίνωμα in situ, βλεννώδες καρκίνωμα), χαλαρά συνδεδεμένες ομάδες (φυλλοειδής όγκος, πορογενές καρκίνωμα in situ), διακλαδιζόμενες θηλώδεις ομάδες (ινοαδένωμα, ενδοπορικό θήλωμα, θηλώδες καρκίνωμα). Πολλά μεμονωμένα κύτταρα είναι χαρακτηριστικά καρκινώματος μαστού. Φυσιολογική πυρηνική απόσταση εντός των ομάδων υποδεικνύει μία καλοήθη αλλοίωση, ενώ μη φυσιολογική πυρηνική απόσταση είναι χαρακτηριστικό κακοήθειας.
Τα στοιχεία του υπόβαθρου περιλαμβάνουν φλεγμονώδη κύτταρα, άμορφα κυτταρικά υπολείμματα, φρέσκο και παλιό αίμα, και βλέννα. Οξεία φλεγμονώδη κύτταρα παρατηρούνται σε μαστίτιδα και νεκρωτικά καρκινώματα, καθώς χρόνια φλεγμονώδη κύτταρα παρατηρούνται σε ενδομαστικούς λεμφαδένες και  μυελοειδές καρκίνωμα. Άμορφα κοκκιώδη κυτταρικά υπολείμματα υποδηλώνουν κακοήθεια, αλλά μπορούν επίσης να βρεθούν σε καλοήθεις καταστάσεις, όπως αποκρινής μετάπλαση. Αίμα υποδηλώνει ενδοπορικό θήλωμα ή καρκίνωμα. Βλέννα παρατηρείται σε ινοαδένωμα ή βλεννώδες καρκίνωμα.

 

Αξιολόγηση μεγάλης μεγέθυνσης

  • Τύποι μεμονωμένων κυττάρων
  • Πυρηνικά χαρακτηριστικά
  • Κυτταροπλασματικά χαρακτηριστικά

Μεμονωμένα κύτταρα είναι επιθηλιακής ή μεσυγχυματογενούς προέλευσης, ενδέχεται να έχουν πλήρες κυτταρόπλασμα ή να στερούνται κυτταροπλάσματος (γυμνοί πυρήνες). Μεμονωμένα επιθηλιακά κύτταρα παρατηρούνται σε καρκίνωμα, όπου μεσυγχυματογενή κύτταρα υποδηλώνουν ινοαδένωμα, μεταπλαστικό καρκίνωμα, φυλλοειδή όγκο ή σάρκωμα, αλλά μπορούν επίσης να εμφανίζονται σε διηθητικό καρκίνωμα. Γυμνοί πυρήνες είναι συχνοί σε ινοαδένωμα. Φλεγμονώδη κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των ιστιοκυττάρων, είναι συνήθη σε λιπονέκρωση, μαστίτιδα και ινοκυστικές αλλοιώσεις.

Πυρηνική ατυπία (πυρηνική μεγέθυνση και πλειομορφισμός, μεγάλα πυρήνια) παρατηρούνται σε μέτριας ή χαμηλής διαφοροποίησης πορογενή καρκινώματα. Ωστόσο, κάποιοι κακοήθεις όγκοι, όπως σωληνώδες, λοβιακό και βλεννώδες καρκίνωμα, παρουσιάζουν πολύ μικρή πυρηνική ατυπία, και η αναγνώριση άλλων χαρακτηριστικών (αρχιτεκτονική, άφθονη εξωκυτταρική βλέννα) είναι σημαντική στη διάγνωση αυτών των όγκων.

Κάποια κυτταρολογικά ευρήματα είναι χαρακτηριστικά ορισμένων αλλοιώσεων μαστού. Αποκρινής αλλοίωση παρατηρείται με αποκρινή μετάπλαση και αποκρινές καρκίνωμα. Κενοτοπιώδες κυτταρόπλασμα παρατηρείται σε κάποια καρκινώματα, συμπεριλαμβανομένων του βλεννώδους και λοβιακού καρκινώματος.

X